Γιατί ενώ λέμε “όχι”, οι γύρω μας ακούν “ίσως”; Ή ενώ ξεκαθαρίζουμε τις κόκκινες γραμμές μας, οι άλλοι τις προσπερνούν σαν να μην υπάρχουν;». Η αίσθηση ότι δεν μας σέβονται προκαλεί θυμό και εξάντληση. Όμως, η αλήθεια είναι συχνά πιο σύνθετη από την απλή “έλλειψη σεβασμού”.

Το όριο δεν είναι ευχή, είναι δράση
Το μεγαλύτερο λάθος είναι να μπερδεύουμε το όριο με την παράκληση. Όμως τα όρια δεν πρέπει να τα βάζουμε ποτέ στους άλλους. Αν προσπαθούμε να βάλουμε όριο στους άλλους θα αποτύχουμε πανηγυρικά. Τα όρια τα βάζουμε πάντα σε εμάς και τον εαυτό μας. Το όριο δεν αφορά τον άλλον, αλλά τη δική μας δράση.
- Η ευχή: «Σε παρακαλώ, μη μου φωνάζεις». (Ελπίζεις να συγκινηθεί).
- Το όριο + Συνέπεια: «Αν συνεχίσεις να φωνάζεις, η συζήτηση τελειώνει και αποχωρώ».
Η συνέπεια δεν είναι απειλή, είναι υπόσχεση στον εαυτό μας. Αν ορίσουμε μια συνέπεια και δεν την εφαρμόσουμε την ίδια στιγμή, τότε εκείνη τη στιγμή δίνουμε άδεια στον άλλον να μας πατάει. Χωρίς άμεσο κόστος, το όριό μας είναι απλώς μια πληροφορία που ο άλλος επιλέγει να αγνοήσει.
Εκπαιδεύεις τους άλλους να σε αγνοούν
Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι «προγραμματισμένοι» να αναζητούν την ευκολία τους. Αν πούμε «μη με ενοχλείτε μετά τις 9», αλλά απαντήσουμε στο τηλέφωνο στις 9:30, τότε τους διδασκουμε κάτι πολύτιμο: Ότι οι λέξεις μας δεν έχουν βάρος. Κάθε φορά που υποχωρούμε «μόνο για μια φορά», επιβεβαιώνουμε στον άλλον ότι η πίεση αποδίδει. Τον εκπαιδεύουμε να μας πιέζει περισσότερο την επόμενη φορά.
Η αναπόφευκτη αντίσταση
Αν παρ’ όλα αυτά περιμένουμε χειροκροτήματα, τότε η πραγματικότητα θα έρθει να μας σοκάρει μεσα στα μούτρα με την πρώτη ευκαιρία. Όταν αρχίζουμε να βάζουμε όρια σε ανθρώπους που είχαν συνηθίσει στην απεριόριστη πρόσβασή τους σε εμάς, θα υπάρξει πόλεμος. Θα αντιδράσουν με:
- Θυμό: Για να μας φοβίσουν και να υποχωρήσουμε.
- Ενοχοποίηση: «Άλλαξες», «Έγινες εγωιστής».
- Υποτίμηση: «Υπερβάλλεις, δεν έγινε και κάτι».
Αυτές οι αντιδράσεις δεν είναι απόδειξη ότι κάναμε εμείς λάθος. Είναι η απόδειξη ότι το όριο λειτουργεί και τους αναγκάζει να χάσουν τη βολή τους. Η αντίδρασή τους είναι το “τεστ” για να δουν αν εννοούμε αυτά που λέμε.
Η συνέπεια ως προσωπικό συμβόλαιο
Το όριο χωρίς συνέπεια είναι απλώς μια πληροφορία που οι άλλοι μπορούν να αγνοήσουν χωρίς κόστος. Η συνέπεια δεν είναι τιμωρία για τον άλλον· είναι η δική μας δέσμευση απέναντι στον εαυτό μας.
- «Αν με προσβάλλεις, κλείνω το τηλέφωνο».
- «Αν αργήσεις πάνω από 15 λεπτά, θα φύγω».
Και πρέπει όντως να φύγουμε. Αν δεν είμαστε διατεθειμένοι να εφαρμόσουμε της συνέπειες, τότε δεν πρέπει να θέτουμε το όριο. Θα εκτεθούμε σοβαρά.
Αν «σπάσουμε» το όριο την ώρα που ο άλλος αντιδρά, συμβαίνουν δύο καταστροφικά πράγματα:
- Επιβραβεύουμε την επιθετικότητα: Διδάσκουμε στον άλλον ότι αν φωνάξει αρκετά ή μας κάνει να νιώσουμε αρκετά άσχημα, στο τέλος θα πάρει αυτό που θέλει.
- Καταρρακώνουμε τον αυτοσεβασμό μας: Κάθε φορά που προδίδουμε το όριό μας για να αποφύγουμε μια σύγκρουση, λέμε στο υποσυνείδητό μας ότι η ηρεμία του άλλου είναι πιο σημαντική από τη δική μας ακεραιότητα.
Όταν σπάμε το όριο, γινόμαστε συνένοχοι στην κακομεταχείρισή μας.
Τι συμβαίνει όταν οι άλλοι επιμένουν να μην δέχονται τα όρια;
Υπάρχει μια σκληρή αλήθεια. Κάποιοι άνθρωποι δεν θα σεβαστούν ποτέ τα όριά, όσο σαφής και αν είμαστε. Αν παρά τη συνέπειά μας, κάποιος συνεχίζει να παραβιάζει τις γραμμές μας, τότε το πρόβλημα δεν είναι πια η ικανότητά μας να βάζουμε όρια, αλλά η απροθυμία του άλλου να μας δει ως ισότιμο άτομο και με σεβασμό.
Σε αυτή την περίπτωση, το όριο αλλάζει επίπεδο: Σταματά να αφορά μια συμπεριφορά και αρχίζει να αφορά την ίδια την παρουσία αυτού του ανθρώπου στη ζωή μας. Αν κάποιος αρνείται το δικαίωμά μας να έχουμε τα όρια μας, τότε ήρθε η ώρα για ουσιαστικές αποφάσεις.
Βάζοντας όρια δεν μας κάνει «δύσκολο» ή «κακό» άνθρωπο. Μας κάνει άτομο με αυτοεκτίμηση και αυτοσεβασμό. Αν προσπαθούμε να είμαστε τα πάντα για όλους, αναπόφευκτα καταλήγουμε να μην είμαστε τίποτα για τον εαυτό μας.
Η δύναμη δεν είναι να πείσουμε τους άλλους να μας ακούνε, αλλά να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να αποχωρήσουμε από εκεί που λείπει ο σεβασμός.



